Αποφάσεις μου Δημοσιευμένες στον ιστότοπο “ΝΟΜΟΣ” – 297/2007 Διοικητικό ΠρωτΡόδου

297/2007 ΔΠΡ ΡΟΔ ( 476442)

(Α` ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΝΟΜΟΣ)
Αναγκαστική απαλλοτρίωση. Προσφυγή εναντίον σιωπηρής απόρριψης αίτησης άρσης
ρυμοτομικού βάρους. Αρμοδιότητα του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου.
Περιστατικά μακροχρόνιας επιβάρυνσης ακινήτου με ρυμοτομικό βάρος και
ακύρωσης σιωπηρής άρνησης άρσης του βάρους αυτού.

Αριθμός απόφασης 297/2007

ΤΟ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΡΟΔΟΥ
2ο ΤΜΗΜΑ ΤΡΙΜΕΛΕΣ

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του (αίθουσα συνεδριάσεων Εφετείου
Δωδεκανήσου) στις 23 Ιανουαρίου 2006, ημέρα Δευτέρα και ώρα 10:00` π.μ. με
Δικαστές τους: Χριστίνα Λέλου-Σαλμανίδου, Πρόεδρο Πρωτοδικών Δ.Δ., Στυλιανό
Μέκρα, Πρωτοδίκη Δ.Δ. – Εισηγητή, Τσαμπίκα Μαριά, Πρωτοδίκη Δ.Δ., και
Γραμματέα την Τσαμπίκα Μακράκη, Δικαστικό Υπάλληλο.

Για να δικάσει την προσφυγή με ημερομηνία 25 Φεβρουαρίου 2003.

Του Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία «……..» που εδρεύει
στην Αθήνα και παραστάθηκε δια του δικηγόρου Ιωάννη Καραμιχάλη.

Κατά των: 1) Ν.Π.Δ.Δ. «ΝΟΜΑΡΧΙΑΚΗ ΑΥΤΟΔΙΟΙΚΗΣΗ ΔΩΔΕΚΑΝΗΣΟΥ», που
εκπροσωπείται από το Νομάρχη Δωδεκανήσου και φέρεται ότι παραστάθηκε δια του
δικηγόρου Γεωργίου Φιλιππάκου, 2) Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται από
τον Υπουργό Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Εργων και δεν παραστάθηκε
και 3) Δήμου Ροδίων, που εκπροσωπείται από τον Δήμαρχο αυτού και παραστάθηκε
δια του δικηγόρου Θεοδώρου Φραράκη.

Κατά τη συζήτηση οι διάδικοι ανέπτυξαν τους ισχυρισμούς τους και ζήτησαν όσα
αναφέρονται στα πρακτικά.

Μετά τη συνεδρίαση το Δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη.

Η κρίση του είναι η εξής:

Επειδή, με τo κρινόμενο δικόγραφο, που επιγράφεται ως αίτηση ανάκλησης
αποφάσεως-προσφυγή και για το οποίο καταβλήθηκε το νόμιμο παράβολο (βλ. τα
311731 και 532527 Σειράς Α` αποδεικτικά είσπραξης), ζητείται από το
προσφεύγον ΝΠΔΔ να ακυρωθεί η σιωπηρή απόρριψη από την Διοίκηση της από
18-11- 1996 αίτησής του και να γίνει δεκτό το αίτημά του για άρση του επί
μακρόν διατηρούμενου ρυμοτομικού βάρους-δέσμευσης της ακινήτου ιδιοκτησίας
του που βρίσκεται στην πόλη της Ρόδου και έχει χαρακτηριστεί ως χώρος
ανέγερσης κτιρίου κοινωφελούς σκοπού με το Γενικό Πολεοδομικό Σχέδιο Ρόδου,
που εγκρίθηκε με την 2736/197 απόφαση του Υ.ΠΕ.ΧΩ.ΔΕ. (ΦΕΚ 193 Δ/11-3-1987).
Με το περιεχόμενο αυτό, το κρινόμενο δικόγραφο αποτελεί προσφυγή και ως
τέτοια πρέπει να εξεταστεί.

Επειδή, με το άρθρο πρώτο του ν. 2990/2002 «Κύρωση της από 21 Δεκεμβρίου
2001 Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου «Αρμοδιότητα των δικαστηρίων σε
υποθέσεις αναγκαστικών απαλλοτριώσεων, φορολογικές και τελωνειακές
ρυθμίσεις», (Α` 30/21-2-2002), κυρώθηκε η ως άνω πράξη νομοθετικού
περιεχομένου (ΦΕΚ 288 Α`), στα άρθρα 1 και 3 της οποίας ορίζεται ότι: 1.
Αρμοδιότητα των δικαστηρίων σε υποθέσεις αναγκαστικών απαλλοτριώσεων. 1. Ο
προσδιορισμός της αποζημίωσης για την αναγκαστική απαλλοτρίωση ακινήτου
υπάγεται λόγω της συναφείας του με τη διαδικασία της αναγνώρισης δικαιούχων
στη δικαιοδοσία των πολιτικών Δικαστηρίων, σύμφωνα με όσα ορίζονται
ειδικότερα στον Κώδικα Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων, ο οποίος κυρώθηκε με το
άρθρο πρώτο του Ν. 2882/2001 (ΦΕΚ 17 Α`), όπως αυτός ισχύει κάθε φορά. 2.
Αρμόδιο να αποφαίνεται ανεκκλήτως και με την ίδια διαδικασία για διαφορές από
ατομικές πράξεις διοικητικών αρχών, οι οποίες αφορούν την ανάκληση μη
συντελεσμένων ρυμοτομικών απαλλοτριώσεων και την άρση διατηρούμενων επί
μακρόν ρυμοτομικών βαρών, είναι το δικαστήριο του άρθρου 11 παράγραφος 4 του
Κ.Α.Α.Α» (άρθρο 1 της Π.Ν.Π.). Εξάλλου, στο άρθρο 11 του ν. 2882/2001
«Κώδικας Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων Ακινήτων» (Κ.Α.Α.Α., Α` 17/6-2-2001), ο
οποίος ισχύει από 6-5-2001, δηλαδή μετά την πάροδο τριών (3) μηνών από τη
δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, σύμφωνα με το άρθρο δεύτερο
του ιδίου νόμου, ορίζεται ότι: 1. Η αρχή που κήρυξε την αναγκαστική
απαλλοτρίωση δύναται με απόφασή της να την ανακαλέσει, ολικώς ή μερικώς. 2. Η
αναγκαστική απαλλοτρίωση ανακαλείται υποχρεωτικά με πράξη της αρχής η οποία
την έχει κηρύξει, ύστερα από αίτηση κάθε ενδιαφερομένου που πιθανολογεί
εμπράγματο δικαίωμα στο απαλλοτριωμένο ακίνητο, εάν μέσα σε τέσσερα έτη από
την κήρυξή της δεν ασκηθεί αίτηση για το δικαστικό καθορισμό της αποζημίωσης
ή δεν καθορισθεί αυτή εξωδίκως. Η αίτηση είναι απαράδεκτη, εάν ασκηθεί μετά
την πάροδο έτους από την παρέλευση της τετραετίας αυτής, σε κάθε δε περίπτωση
μετά τη δημοσίευση της απόφασης καθορισμού της αποζημίωσης. Η πράξη ανάκλησης
της απαλλοτρίωσης εκδίδεται μέσα σε τέσσερις μήνες από την υποβολή της
σχετικής αίτησης και δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.

Οι διατάξεις της παρούσας παραγράφου δεν ισχύουν προκειμένου περί
απαλλοτριώσεων προς εφαρμογή σχεδίων πόλεων, ανάπτυξη οικιστικών περιοχών και
για αρχαιολογικούς σκοπούς. 3. Η αναγκαστική απαλλοτρίωση αίρεται αυτοδικαίως
εάν δεν συντελεστεί μέσα σε ενάμισι έτος από τη δημοσίευση της απόφασης
προσωρινού καθορισμού της αποζημίωσης και, σε περίπτωση απευθείας οριστικού
καθορισμού αυτής, από τη δημοσίευση της σχετικής απόφασης. Η αρμόδια για την
κήρυξη της απαλλοτρίωσης αρχή υποχρεούται να εκδώσει μέσα σε τέσσερις μήνες
από τη λήξη της προθεσμίας του προηγούμενου εδαφίου βεβαιωτική πράξη για την
επελθούσα αυτοδίκαιη άρση. Η πράξη αυτή δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της
Κυβερνήσεως. 4. Εάν περάσουν άπρακτες οι κατά τις προηγούμενες παραγράφους 2
και 3 προθεσμίες ή εκδοθεί πράξη αρνητική, κάθε ενδιαφερόμενος δύναται να
ζητήσει από το τριμελές διοικητικό πρωτοδικείο, στην περιφέρεια του οποίου
βρίσκεται το απαλλοτριωμένο ακίνητο, την έκδοση δικαστικής απόφασης, με την
οποία να ακυρώνεται η προσβληθείσα πράξη ή παράλειψη και να βεβαιώνεται η
αυτοδίκαιη ή υποχρεωτικώς επελθούσα άρση της απαλλοτρίωσης. Στην περίπτωση
αυτή εφαρμόζεται αναλόγως η διαδικασία που ορίζεται από τον Κώδικα
Διοικητικής Δικονομίας (ν. 2717/1999), πλην του άρθρου 66 αυτού. Στη δίκη
καλείται ο υπέρ ου η απαλλοτρίωση και το Δημόσιο. Η εκδιδόμενη απόφαση είναι
ανέκκλητη. 5… 6… Εξάλλου, στο άρθρο 29 (παρ. 2 και 5) του ιδίου νόμου
2882/2001 ορίζεται ότι: Απαλλοτριώσεις που κηρύχθηκαν από 1ης Φεβρουαρίου
1971 και εφεξής διέπονται από τις διατάξεις του παρόντος από το σημείο στο
οποίο βρίσκονται κατά την έναρξη της ισχύος αυτού. Εξαιρούνται τα θέματα
εκείνα για τα οποία κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος έχει κοινοποιηθεί
εισαγωγικό δικόγραφο της σχετικής δίκης ενώπιον του αρμόδιου δικαστηρίου ή
έχει εκδοθεί σχετική διοικητική πράξη, ως προς τα οποία εφαρμόζονται μόνον οι
διαδικαστικές διατάξεις του παρόντος (παρ. 2). Απαλλοτριώσεις προς εφαρμογή
σχεδίων πόλεων και ανάπτυξη οικιστικών περιοχών που κηρύχθηκαν οποτεδήποτε
μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος Κώδικα διέπονται, κατά την έκταση που
ορίζεται από την παράγραφο 2 από τις διατάξεις του Κώδικα τούτου, με την
επιφύλαξη των εξαιρέσεων που ορίζονται από τις διατάξεις αυτές.

Επειδή, από το συνδυασμό των ως άνω διατάξεων, προκύπτει ότι αρμόδιο για την
εκδίκαση της παράλειψης της διοίκησης για την άρση ρυμοτομικής απαλλοτρίωσης
ή την άρση διατηρούμενων επί μακρόν ρυμοτομικών βαρών, είναι το τριμελές
διοικητικό πρωτοδικείο του τόπου όπου κείται το ακίνητο και εν προκειμένω, το
παρόν Δικαστήριο. Η διαφορά που εγκαθιδρύεται με την ανωτέρω παράλειψη της
διοίκησης, είναι διοικητική διαφορά ουσίας και στα ένδικα βοηθήματα που
ασκήθηκαν μετά την έναρξη ισχύος του ν. 2882/2001, όπως η υπό κρίση αίτηση,
εφαρμόζονται τόσο οι ουσιαστικές, όσο και οι διαδικαστικές διατάξεις του
νόμου αυτού, καθόσον κατά την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού (6-5-2001) δεν
είχε κοινοποιηθεί εισαγωγικό δικόγραφο της παρούσας δίκης, ούτε είχε εκδοθεί
σχετική διοικητική πράξη.

Επειδή, το άρθρο 11 παρ. 2 του ν.δ. 797/1971 (1 Α`), όπως είχε
αντικατασταθεί με το άρθρο 1 του ν. 212/1975 (φ. 252 Α`) προέβλεπε ότι οι
αναγκαστικές απαλλοτριώσεις ανακαλούνται αυτοδικαίως, αν παρέλθει ορισμένος
χρόνος από την κήρυξή τους, χωρίς να έχει καθορισθεί η οφειλομένη αποζημίωση,
και ειδικότερα, ότι αναγκαστικές απαλλοτριώσεις, οι οποίες κηρύσσονται κατ`
εφαρμογή της νομοθεσίας περί σχεδίων πόλεων, ανακαλούνται, αν παρέλθει
οκταετία. Με την διάταξη του άρθρου 36 παρ. 2 του ν. 1337/1983 (Α` 33)
καταργήθηκε το άρθρο 11 παρ. 2 του ν.δ. 797/1971 και, συνεπώς, και ο θεσμός
της αυτοδικαίας ανακλήσεως της απαλλοτριώσεως μετά την άπρακτη πάροδο
οκταετίας από την κήρυξή της. Κάθε όμως απαλλοτρίωση, η οποία δεν έχει
συντελεσθεί, παραμένει σε ισχύ μόνον για ένα εύλογο χρονικό διάστημα η
διάρκεια του οποίου υπόκειται στην κρίση του δικαστή. Συνεπώς, οι
αναγκαστικές απαλλοτριώσεις, οι οποίες είχαν κηρυχθεί μετά την έναρξη ισχύος
του ν.δ. 797/1971 κατ` εφαρμογή της νομοθεσίας περί σχεδίων πόλεων, όπως και
οι αναγκαστικές απαλλοτριώσεις, οι οποίες είχαν κηρυχθεί πριν από την έναρξη
ισχύος του ανωτέρω ν. δ/τος, εφ` όσον μετά την κήρυξή τους διατηρούνται,
χωρίς να πραγματοποιείται η συντέλεσή τους σύμφωνα με το νόμο, για μακρό
χρονικό διάστημα, το οποίο, υπό τις ιδιαίτερες συνθήκες, που συντρέχουν σε
κάθε περίπτωση, υπερβαίνει τα κατά την κρίση του δικαστηρίου εύλογα όρια,
αποτελούν νομικό και οικονομικό βάρος της ιδιοκτησίας, το οποίο είναι
αντίθετο προς την συνταγματική προστασία της. Επομένως, στις περιπτώσεις
αυτές ανακύπτει υποχρέωση της Διοίκησης να άρει την αναγκαστική απαλλοτρίωση
(βλ. Σ.τ.Ε. 5250/1996, 2499/2003).

Επειδή, περαιτέρω, το άρθρο 29 του ν. 2831/2000 (ΦΕΚ Α` 140 – τροποποίηση ν.
1577/1985-Γ.Ο.Κ. & άλλες διατάξεις), όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 10 του
ν. 3044/2002, ορίζει ότι: 1… 2… 3… 4. Οπου στις προηγούμενες
παραγράφους προβλέπεται τροποποίηση εγκεκριμένων σχεδίων πόλεων και οικισμών,
οι σχετικές πολεοδομικές ρυθμίσεις πρέπει: α) να μην επιφέρουν μείωση της
συνολικής επιφάνειας κοινόχρηστων χώρων ούτε των αναγκαίων κοινωφελών χώρων
σύμφωνα με τα γενικά πλαίσια χρήσεων γης (Γ.Π.Σ.Σ.Χ.Ο.Ο.Α.Π.). Επιτρέπεται η
μείωση όταν η τροποποίηση γίνεται λόγω άρσης αναγκαστικής απαλλοτρίωσης, η
οποία γίνεται σε συμμόρφωση αποφάσεων των αρμόδιων Δικαστηρίων, με τις οποίες
ακυρώνεται η άρνηση της διοίκησης να άρει την απαλλοτρίωση, β)… γ)…».

Επειδή, τέλος, στο άρθρο 63 του ν. 2717/1999 «Κώδικας Διοικητικής
Δικονομίας» (ΦΕΚ 97 Α), ορίζεται ότι: «1… 2. Παράλειψη υπάρχει όταν η
διοικητική αρχή, αν και υποχρεούται κατά νόμο, δεν εκδίδει εκτελεστή ατομική
διοικητική πράξη για να ρυθμίσει ορισμένη έννομη σχέση. Η παράλειψη
συντελείται με την πάροδο άπρακτης της προθεσμίας που τυχόν τάσσει ο νόμος
για την έκδοση, είτε αυτεπαγγέλτως είτε ύστερα από αίτηση του ενδιαφερομένου,
της πράξης αυτής. Στην τελευταία αυτήν περίπτωση (σιωπηρή άρνηση), αν από το
νόμο δεν τάσσεται τέτοια προθεσμία, η παράλειψη συντελείται με την πάροδο
άπρακτου τριμήνου από την υποβολή της σχετικής αίτησης στη Διοίκηση…».

Επειδή, στην προκείμενη περίπτωση, από τα στοιχεία της δικογραφίας
προκύπτουν τα εξής: το προσφεύγον, σύμφωνα με το 11416/2005 πιστοποιητικό
ιδιοκτησίας του Κτηματολογίου Ρόδου, έχει στην πλήρη κυριότητά του, το με
στοιχεία ΚΜ (κτηματολογική μερίδα) ……. Οικοδομών Ρόδου, Φάκελλος ….
Τόμος … (παλαιός …) Φύλλο … (παλαιό …) οικόπεδο, αρχικής έκτασης
1.700 τ.μ. και σήμερα 1.372 τ.μ., το οποίο απέκτησε δυνάμει του 437/
16-11-1972 συμβολαίου δωρεάς εν ζωή της συμβολαιογράφου Αθηνών Φ. Α. από το
ΝΠΔΔ «Ισραηλιτική Κοινότητα Ρόδου» και βρίσκεται στη συνοικία Αγίου Γεωργίου
του Δήμου Ροδίων και στη συμβολή των οδών Κ., Ξ. και Β. Το ανωτέρω ακίνητο,
χαρακτηρίστηκε ως «Κοινόχρηστος Χώρος» με το ρυμοτομικό σχέδιο της πόλης της
Ρόδου (ΦΕΚ 36 Δ/27-1-1956) και ως «Χώρος Ανέγερσης Βρεφονηπιακού Σταθμού» με
το Γενικό Πολεοδομικό Σχέδιο Ρόδου, που εγκρίθηκε με την 2736/197 απόφαση του
Υ.ΠΕ.ΧΩ.ΔΕ. (ΦΕΚ 193 Δ/11-3-1987). Με την από 18-11-1996 αίτηση του
προσφεύγοντος στους καθ` ων (προσκομίζονται τα αποδεικτικά επίδοσης από 21,
26 και 21-11-1996 αντιστοίχως), ζήτησε την άρση της δέσμευσης του ως άνω
ακινήτου, με το αιτιολογικό ότι, ο προαναφερθείς χαρακτηρισμός συνιστά
δέσμευση της ιδιοκτησίας του σύμφωνα με το άρθρο 37 παρ. 3 του ν.δ. του έτους
1923, η οποία, λόγω της παρόδου μακρού χρόνου χωρίς να προβούν οι αρμόδιες
αρχές σε κήρυξη απαλλοτρίωσης και σε αξιοποίηση του ακινήτου για τον σκοπό
που προορίζεται, παραβιάζει το άρθρο 17 παρ. 2 του Συντάγματος και το άρθρο 1
του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης της Ρώμης για τα
δικαιώματα του ανθρώπου. Η ανωτέρω αίτηση απορρίφθηκε σιωπηρώς από τους καθ`
ων (αν και ο καθ` ου Δήμος επικαλείται και προσκομίζει την 124/17-2-1997
απάντησή του προς την ανωτέρω αίτηση, ήτοι πριν από τη συμπλήρωση απράκτου
τριμήνου από την υποβολή της αίτησης στις αρμόδιες διοικητικές αρχές, πλην
όμως δεν προσκομίζει κανένα αποδεικτικό κοινοποίησης αυτής της ατομικής
διοικητικής πράξης προς το προσφεύγον ΝΠΔΔ, συνεπώς, δεν αποδεικνύεται εάν
και πότε έλαβε αυτό πλήρη γνώση και επομένως, νομίμως προσβάλλεται η σιωπηρή
άρνηση των καθ` ων). Κατά της σιωπηρής αυτής απόρριψης, προσφεύγει ήδη το
Κ.Ι.Σ. και ζητά την άρση της δέσμευσης για τους ίδιους λόγους.

Εξάλλου, ο καθ` ου Δήμος, προβάλλει κατ` αρχάς ότι η υπό κρίση προσφυγή
ασκήθηκε αναρμοδίως ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου. Πέραν του ότι ο
ισχυρισμός αυτός προβάλλεται αορίστως, είναι σε κάθε περίπτωση αβάσιμος,
καθώς το παρόν Δικαστήριο είναι αρμόδιο κατ` άρθρο 29 του ν. 2882/2001 και
κατ` άρθρο πρώτο του ν. 2990/2002, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν στη μείζονα
πρόταση της παρούσας. Προβάλλει επίσης ότι σύμφωνα με το άρθρο 29 του ν.
2831/2000 όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 10 του ν. 3044/2002, οι
τροποποιήσεις σχεδίων πόλεων πρέπει να μην επιφέρουν μείωση της συνολικής
επιφάνειας των κοινοχρήστων χώρων ούτε των αναγκαίων κοινωφελών χώρων και
επομένως δεν θα ήταν σύννομη εκ μέρους του Δήμου οποιαδήποτε τροποποίηση που
θα μετέτρεπε τον συγκεκριμένο χώρο σε οικοδομήσιμο. Ο ισχυρισμός αυτός
αβασίμως προβάλλεται, καθώς σύμφωνα με το γράμμα του νόμου (άρθρο 10 του ν.
3044/2002) όπως προεκτέθηκε, η δέσμευση αυτή δεν ισχύει προκειμένου για
τροποποίηση που γίνεται λόγω άρσης αναγκαστικής απαλλοτρίωσης, η οποία
γίνεται σε συμμόρφωση αποφάσεων των αρμόδιων Δικαστηρίων, με τις οποίες
ακυρώνεται η άρνηση της διοίκησης να άρει την απαλλοτρίωση. Τέλος, ο
ισχυρισμός του καθ` ου ότι προκειμένου να έχει ο χαρακτηρισμός του ακινήτου
δεσμευτικό χαρακτήρα θα πρέπει να τροποποιηθεί το σχέδιο πόλης, προβάλλεται
αλυσιτελώς, αφού, εφόσον έχει εγκριθεί το Γενικό Πολεοδομικό Σχέδιο Ρόδου
(ΦΕΚ 193 Δ/1987), σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 37 παρ. 3 εδάφ. β` του
ν.δ. του έτους 1923 και κατά πάγια νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας,
με την πράξη έγκρισης, τροποποίησης ή επέκτασης ρυμοτομικού σχεδίου δεν
κηρύσσεται η αναγκαστική απαλλοτρίωση ακινήτων προοριζόμενων για την ανέγερση
κτιρίων κοινής ωφελείας, όμως, ο προαναφερθείς χαρακτηρισμός επιφέρει ουσιώδη
περιορισμό των δικαιωμάτων του ιδιοκτήτη, καθώς συνεπάγεται απαγόρευση
διάθεσης του ακινήτου για άλλο σκοπό, συνεπώς πραγματικό βάρος που αφαιρεί
την εξουσία διάθεσης του ακινήτου. Αν η δέσμευση αυτή διατηρηθεί πέρα από τα,
κατά την κρίση του Δικαστηρίου εύλογα όρια χωρίς να προωθείται η διαδικασία
της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης, τότε ο εν λόγω καθορισμός καθίσταται πλέον
οικονομικό και νομικό βάρος της ιδιοκτησίας που έρχεται σε αντίθεση προς τη
συνταγματική προστασία της, ανακύπτει δε υποχρέωση της Διοίκησης να άρει,
ύστερα από σχετική αίτηση του ιδιοκτήτη, τη δέσμευση αυτή με τον
αποχαρακτηρισμό του ακινήτου ως χώρου προοριζομένου για την ανέγερση ειδικού
κτιρίου (ΣτΕ 1686/2000, 2667/1999, κοκ). Η υποχρέωση δε αυτή, δεν αναιρείται
από το γεγονός ότι για την άρση της απαλλοτρίωσης απαιτείται η τροποποίηση
του ρυμοτομικού σχεδίου, για την οποία ο νόμος προβλέπει την τήρηση ορισμένων
διατυπώσεων, διότι η τροποποίηση με σκοπό την άρση της απαλλοτρίωσης είναι
υποχρεωτική για τη Διοίκηση (ΣτΕ 3063/2001, 1686/2000, 3559/1996 κ.ά.).

Επειδή, με τα δεδομένα αυτά, και ενόψει του ότι από την επιβολή του επίδικου
ρυμοτομικού βάρους επί του ενδίκου ακινήτου από το έτος 1987 μέχρι την
ημερομηνία υποβολής της από 21.11.1996 αίτησης των αιτούντων προς τη Διοίκηση
για να αρθεί το εν λόγω βάρος παρήλθαν εννέα έτη, αλλά και δεκαέξι έτη έως
την κατάθεση της υπό κρίση προσφυγής χωρίς η Διοίκηση να προβεί στη συντέλεση
της απαλλοτρίωσης, ενώ επιπροσθέτως, από την αρχική ρυμοτομική απαλλοτρίωση
του ενδίκου ακινήτου ως χώρο πρασίνου το έτος 1956 με το αρχικό ρυμοτομικό
σχέδιο της πόλης της Ρόδου παρήλθαν σαράντα επτά έτη χωρίς η Διοίκηση να
προβεί στην διαμόρφωση και χρησιμοποίηση του ανωτέρω ακινήτου σύμφωνα με τον
προοριζόμενο σκοπό του, το Δικαστήριο κρίνει ότι το χρονικό αυτό διάστημα
υπερβαίνει κατά πολύ τα εύλογα όρια, εντός των οποίων θα ήταν συνταγματικώς
ανεκτή η επιβάρυνση της ιδιοκτησίας των αιτούντων. Εν όψει τούτων, η σιωπηρή
άρνηση των καθ` ων να άρουν το επί μακρόν διατηρούμενο ρυμοτομικό βάρος και
να ικανοποιήσουν το αίτημα αυτό του προσφεύγοντος ΝΠΔΔ είναι μη νόμιμη και
ακυρωτέα. Συνεπώς, η υπό κρίση προσφυγή πρέπει να γίνει δεκτή, η δε υπόθεση
να παραπεμφθεί στη Διοίκηση προκειμένου αυτή να άρει, με τροποποίηση του
οικείου ρυμοτομικού σχεδίου την επίδικη δέσμευση.

Επειδή, κατ` ακολουθία των ανωτέρω, η υπό κρίση προσφυγή πρέπει να γίνει
δεκτή, να ακυρωθεί η σιωπηρή άρνηση των καθ` ων να άρουν τη δέσμευση του
ακινήτου του προσφεύγοντος Οργανισμού, η δε υπόθεση να παραπεμφθεί στη
Διοίκηση προκειμένου αυτή να άρει, με τροποποίηση του οικείου ρυμοτομικού
σχεδίου την επίδικη δέσμευση, να επιστραφεί το καταβληθέν παράβολο στο
προσφεύγον (άρ. 277 παρ. 9 εδ. α` ΚΔΔ) και να επιβληθεί συμμέτρως στους καθ`
ων, η δικαστική δαπάνη του προσφεύγοντος, ποσού διακοσίων είκοσι (220) ευρώ
(άρθρο 275 παρ. 1 ΚΔΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Δέχεται την προσφυγή.

Ακυρώνει την άρνηση της διοίκησης να άρει τη ρυμοτομική δέσμευση που είχε
επιβληθεί με την 2736/197-ΦΕΚ 193 Δ/11-3-1987 απόφαση του Υ.ΠΕ.ΧΩ.ΔΕ. σε
ακίνητο του προσφεύγοντος που περιγράφεται στο ιστορικό της παρούσας.

Αναπέμπει την υπόθεση στη διοίκηση για να προβεί στη νόμιμη ενέργεια που
αναφέρεται στο σκεπτικό.

Διατάσσει την απόδοση του παραβόλου στο προσφεύγον.

Επιβάλλει συμμέτρως στους καθ` ων τη δικαστική δαπάνη του προσφεύγοντος, η
ποσού διακοσίων είκοσι (220) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στη Ρόδο στις 24 Απριλίου 2007 και δημοσιεύθηκε σε
έκτακτη δημόσια συνεδρίαση του Δικαστηρίου στις 31 Μαΐου 2007.

Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΕΙΣΗΓΗΤΗΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Ε.Φ.

Πηγή : Δίκτυο Νομικών Πληροφοριών Νόμος (www.lawdb.intrasoftnet.com)

Αφήστε μια απάντηση